Βαριανασαίνοντας από την κούραση και με την καρδιά να χτυπάει στο στήθος του σαν τρελή άφησε το τσακισμένο από την κούραση κορμί του να καταρρεύσει στο καταπράσινο πλάτωμα, κοίταξε γύρω και είδε πως για πρώτη φορά βρισκόταν πολύ πάνω από το έδαφος. Είχε ανέβει σε ένα ψηλό απότομο βουνό, βρισκόταν στην κορυφή του και δεν φοβόταν πια. Από παιδί έτρεμε τα ύψη και τώρα για δες τα κατάφερε, ξεπέρασε τον εαυτό του και για πρώτη φορά στη ζωή του έκανε την υπέρβαση, για πρώτη φορά ένιωθε δυνατός. Το γλυκό κρασί της περηφάνειας άνοιξε τις κάνουλες και γέμισε το αίμα του με ένα συναίσθημα μοναδικό, τον μέθυσε σχεδόν και εκείνος απλά το απολάμβανε, και όλο και μεθούσε.
Η νύχτα γρήγορα ήρθε και τύλιξε το βουνό και μαζί κι εκείνον, τα πρώτα άστρα άρχισαν να χαρίζουν το αχνό φως τους στη πλάση, ένα φως που έκανε το βουνό να μοιάζει με πύργο και εκείνον με βασιλιά. Ο ύπνος τον τύλιξε πρίν καλά καλά καταλάβει πως νύσταζε και τα όνειρα μανιασμένα ξεχύθηκαν μέσα του. Όνειρα μεγάλα, όνειρα τρελά, όνειρα αληθινά……αληθινά; Μα πώς μπορούν τα όνειρα να είναι αληθινά; Κανένας δεν του το είπε αυτό πια;
Και πίστεψε στα όνειρα και αφέθηκε να ταξιδεύει σε άγνωστες θάλασσες, πίστεψε πως μπορεί να κάνει τα πάντα και βάλθηκε να μάθει τον κόσμο.
Η νύχτα πέρασε και ένας ήλιος πρωτόγνωρα ζεστός τον άγγιξε, τον ξύπνησε και του άφησε ένα χαμόγελο νικητή. Γεμάτος δύναμη και ενέργεια μοναδική, σηκώθηκε άπλωσε τα χέρια στον ορίζοντα και φώναξε, -μπορώ να κάνω τα πάντα είμαι ο καλύτερος……..και η φωνή του αντήχησε στους γύρω λόφους. Στεκόταν στην άκρη κοίταζε την απότομη πλαγιά και γέλαγε δυνατά….ώσπου……..
Το βουνό, σιωπηλό απλά περίμενε, η σοφία αιώνων το είχε διδάξει άπειρες αλήθειες για τους ανθρώπους, το έκαψαν το πλήγωσαν το ατίμασαν μα εκείνο αγέρωχο και δυνατό έστεκε ακόμα και ατένιζε από ψηλά την ηλιθιότητα που δέρνει τον κόσμο. Και ξαφνικά ένας νέος είχε ανέβει επάνω του, τάραζε την ησυχία χρόνων και πρόσβαλε με την ματαιοδοξία και την έπαρσή του, την αισθητική του. Και τότε μία πέτρα κουνήθηκε, ξεκόλλησε και ο ‘’βασιλιάς’’ άρχισε να κατρακυλάει από το θρόνο του με ταχύτητα. Το κορμί του ξεσκίστηκε από την πτώση και τη σύγκρουση με τα βράχια και τα αγκάθια και με ένα γδούπο έφτασε ξανά εκεί που ξεκίνησε, στη ρίζα του βουνού. Στο στόμα του το αίμα έτρεχε και το κορμί του μουδιασμένο αναριγούσε από τον πόνο. Από πάνω του είδε το βουνό να γελάει, και τότε κατάλαβε, κατάλαβε πως όλα ήταν πλάνη, όλα ήταν αυταπάτη όλα ήταν απλά μία βλακεία και για πρώτη φορά ένοιωσε πως έμαθε κάτι αληθινό……
Ο ήλιος έκαιγε ακόμα, η ώρα είχε περάσει και εκείνος περίμενε το θάνατο να έρθει….όμως δεν ήρθε, το βουνό τον άφησε να ζήσει, και με μία φωνή τρανταχτή του φώναξε, αγάπα, ζήσε, μάθε και όταν η σοφία αγγίξει πραγματικά την καρδιά σου τότε έλα ξανά, ανέβα επάνω μου και φώναξε τις αλήθειες που θα μάθεις από την κορυφή μου.
Σηκώθηκε αργά, μάζεψε τα κομμάτια του και ξεκίνησε ξανά από την αρχή την αναζήτησή του……….ένα ποίημα αγαπημένο πάντα επίκαιρο και δυνατό άρχισε να βγαίνει από τα χείλη του……
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.
Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.
Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ‘μαθε, γιατί δεν το ‘πα σε κανένα.
Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.
Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα – σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.
Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου όπου ‘χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.
Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.
Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.
Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ‘φευγε, την πόλη.
Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.
Νομίζω πως θε να ‘πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.
Θα προχωρήσω!…ΜΙα βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.
Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.
Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.
Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
“μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της”.
Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σα να ‘χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.
Δώδεκα φράγκα γαλλικά…Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου…Μ’ απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.
Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συγχωρέσει…
Το χέρι τρέμει…Ο πυρετός…Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω..
(μαραμπού. Ν.Καββαδίας)