Τα αυτοκίνητα περνούν με ταχύτητα, οι άνθρωποι το ίδιο, κι εγώ καθισμένος μπροστά από έναν υπολογιστή προσπαθώ να καταλάβω, να ανακαλύψω, να μάθω τον κόσμο. Περνάει μία καθώς πρέπει φαινομενικά κυρία και βρίζει κάποιον που τόλμησε να σταματήσει για λίγα δευτερόλεπτα το αυτοκίνητό του, την ανάγκασε να κάνει ένα μικρό ελιγμό και αυτό ήταν μεγάλο σφάλμα για εκείνη, ξαφνικά μεταμορφώνεται σε μέγαιρα που με αφρισμένο στόμα επιτίθεται αγριεμένη και αρχίζει να ξεστομίζει λέξεις –βατράχια προς τον καϋμένο γεράκο που απλά κανείς δεν του έμαθε ποτέ πως δεν μπορεί να σταματάει το αυτοκίνητό του όπου θέλει. Σχεδόν μου χαλάει την εικόνα που θέλω να έχω για τους ανθρώπους και στρέφω το βλέμμα μου αλλού. Λίγο παραπέρα μία ομάδα μεταναστών βρίζει έντονα ο ένας τον άλλο σε μία γλώσσα που δεν καταλαβαίνω και ξαφνικά ένα μαχαίρι εμφανίζεται και κόσμος πανικόβλητος αρπάζει τα τηλέφωνά του για να καλέσει την αστυνομία, απογοητευμένος σταματώ να παρακολουθώ τους περαστικούς και προσπαθώ να επικεντρωθώ σε μένα. Και τότε το τηλέφωνο αρχίζει να χτυπάει, φωνές γνωστές, άγνωστες, οικείες ή μακρινές αρχίζουν να αδειάζουν δεξαμενές προβληματισμών, επιθυμιών ή ακόμα και απαιτήσεων στα αυτιά μου. Και αναρωτιέμαι έντονα τι στο καλό θέλει ο κόσμος από μένα, τι στο καλό θέλω εγώ από μένα.
Ξαφνικά ένα παιδί πολύτεκνης οικογένειας όπως λέει, γύρω στα 18 με βλέμμα βαριεστημένο και στάση τεμπέλικη εισβάλει στο μαγαζί και μου ζητάει λεφτά, -πεινάω μου λέει βοήθησέ με αγόρασε κάτι από μένα και μου προτείνει μία σακούλα με αρωματικά κεριά. Μα πόσο ηλίθιοι μπορεί να είμαστε οι άνθρωποι κάποιες φορές απορώ, ο νεαρός αυτός ζύγιζε σχεδόν 120 κιλά, πώς στο καλό προσπαθεί να με πείσει ότι πεινάει. Και πραγματικά η καλύτερη ελεημοσύνη και λύση για εκείνον θα ήταν όντως η πείνα.
Στρέφω το βλέμμα μου ξανά στην οθόνη, αραδιάζω λέξεις στο λευκό εικονικό χαρτί, τα διαβάζω, τα ξαναδιαβάζω μα τίποτα αληθινό, τίποτα μοναδικό δεν μπορώ να γράψω. Και προσπαθώ τόσο πολύ να δημιουργήσω κάτι , κάτι που θα αγγίξει τις ψυχές των ανθρώπων και ίσως τους κάνει την καθημερινότητα λίγο πιο ανεκτή, λίγο πιο εύκολη. Μάταια όμως,,,,,
Ανοίγω ένα βιβλίο και προσπαθώ να χαθώ, να ταξιδέψω μέσα του, να ξεχαστώ, όμως και πάλι το μυαλό μου φορτωμένο και φορτισμένο με σκέψεις που με βασανίζουν δεν με αφήνει να ηρεμίσω. Και πηγαίνει ξανά, σε μέρη που ποτέ δεν πήγα μα τόσο πόθησα, σε μέρη που ίσως ποτέ δεν καταφέρω να πάω γιατί νοιώθω τόσο λίγος. Και οι αλήθειες που καίνε μέσα μου σβήνουν, καταλαγιάζουν θάβονται και μεταμορφώνομαι, γίνομαι κι εγώ ένας ακόμα αριθμός, ένα ακόμα στατιστικό στοιχείο στις λίστες εκείνων που μεταμόρφωσαν τον κόσμο μας σε κόσμο αριθμών σε κόσμο μηχανών. Και εμείς απλά το δεχτήκαμε συμφωνήσαμε και πουλήσαμε την ψυχή μας φτηνά.
Βγαίνω έξω στον ήλιο, τον αφήνω να με αγγίξει και κάπως η καρδιά μου γαληνεύει, ηρεμεί και τότε τα όνειρα αρχίζουν να καλπάζουν ξανά, σαν όμορφα άγρια ,ελεύθερα άλογα στα λιβάδια της ψυχής μου που ξαφνικά γίνονται καταπράσινα. Μα γρήγορα τα άλογα όπως και τα όνειρα κουράζονται, και ξανά το βήμα τους γίνεται αργό και η ψυχή δεν καλπάζει αλλά σέρνεται γιατί ο κόσμος όλος την πιέζει την πλακώνει και δεν την αφήνει να ζήσει….γιατί απλά έτσι είναι ο κόσμος γιατί απλά έτσι είναι η ζωή…
Και αναρωτιέμαι , θα αλλάξει ποτέ ο κόσμος μας, θα αποκτήσει ξανά η ζωή εκείνες τις αρετές που έχει θυσιάσει χρόνια τώρα στο βωμό της ύλης, της βλακείας και της στενομυαλιάς; Ποιος ξέρει…..
Η μέρα συνεχίζεται, περνάει και εγώ απλός παρατηρητής συνειδητοποιώ πως ακόμα μία μέρα πέρασε, κι ακόμα μία φορά δεν βρήκα τη δύναμη να αλλάξω τον κόσμο. Και η νύχτα τότε πέφτει, με αγκαλιάζει στοργικά σαν μάνα γλυκιά και με παρηγορεί με το όμορφο τραγούδι των ονείρων παιδιών της με παρασύρει στο χορό της και με γεμίζει ξανά ελπίδα, και εγώ προχωράω επιβιώνω και αντέχω ακόμα γιατί μία νέα μέρα έρχεται….ποιος ξέρει…ίσως αύριο όλα είναι καλύτερα.