Μηνιαία αρχεία: Φεβρουαρίου 2008

Τα αυτοκίνητα περνούν με ταχύτητα, οι άνθρωποι το ίδιο, κι εγώ καθισμένος μπροστά από έναν υπολογιστή προσπαθώ να καταλάβω, να ανακαλύψω, να μάθω τον κόσμο. Περνάει μία καθώς πρέπει φαινομενικά κυρία και βρίζει κάποιον που τόλμησε να σταματήσει για λίγα δευτερόλεπτα το αυτοκίνητό του, την ανάγκασε να κάνει ένα μικρό ελιγμό και αυτό ήταν μεγάλο σφάλμα για εκείνη, ξαφνικά μεταμορφώνεται σε μέγαιρα που με αφρισμένο στόμα επιτίθεται αγριεμένη και αρχίζει να ξεστομίζει λέξεις –βατράχια προς τον καϋμένο γεράκο που απλά κανείς δεν του έμαθε ποτέ πως δεν μπορεί να σταματάει το αυτοκίνητό του όπου θέλει. Σχεδόν μου χαλάει την εικόνα που θέλω να έχω για τους ανθρώπους και στρέφω το βλέμμα μου αλλού. Λίγο παραπέρα μία ομάδα μεταναστών βρίζει έντονα ο ένας τον άλλο σε μία γλώσσα που δεν καταλαβαίνω και ξαφνικά ένα μαχαίρι εμφανίζεται και κόσμος πανικόβλητος αρπάζει τα τηλέφωνά του για να καλέσει την αστυνομία, απογοητευμένος σταματώ να παρακολουθώ τους περαστικούς και προσπαθώ να επικεντρωθώ σε μένα. Και τότε το τηλέφωνο αρχίζει να χτυπάει, φωνές γνωστές, άγνωστες, οικείες ή  μακρινές αρχίζουν να αδειάζουν δεξαμενές προβληματισμών, επιθυμιών ή ακόμα και απαιτήσεων στα αυτιά μου. Και αναρωτιέμαι έντονα τι στο καλό θέλει ο κόσμος από μένα, τι στο καλό θέλω εγώ από μένα.

Ξαφνικά ένα παιδί πολύτεκνης οικογένειας όπως λέει, γύρω στα 18 με βλέμμα βαριεστημένο και στάση τεμπέλικη εισβάλει στο μαγαζί και μου ζητάει λεφτά, -πεινάω μου λέει βοήθησέ με αγόρασε κάτι από μένα και μου προτείνει μία σακούλα με αρωματικά κεριά. Μα πόσο ηλίθιοι μπορεί να είμαστε οι άνθρωποι κάποιες φορές απορώ, ο νεαρός αυτός ζύγιζε σχεδόν 120 κιλά, πώς στο καλό προσπαθεί να με πείσει ότι πεινάει. Και πραγματικά η καλύτερη ελεημοσύνη και λύση για εκείνον θα ήταν όντως η πείνα.

Στρέφω το βλέμμα μου ξανά στην οθόνη, αραδιάζω λέξεις στο λευκό εικονικό χαρτί, τα διαβάζω, τα ξαναδιαβάζω μα τίποτα αληθινό, τίποτα μοναδικό δεν μπορώ να γράψω. Και προσπαθώ τόσο πολύ να δημιουργήσω κάτι , κάτι που θα αγγίξει τις ψυχές των ανθρώπων και ίσως τους κάνει την καθημερινότητα λίγο πιο ανεκτή, λίγο πιο εύκολη. Μάταια όμως,,,,,

Ανοίγω ένα βιβλίο και προσπαθώ να χαθώ, να ταξιδέψω μέσα του, να ξεχαστώ, όμως και πάλι το μυαλό μου φορτωμένο και φορτισμένο με σκέψεις που με βασανίζουν δεν με αφήνει να ηρεμίσω. Και πηγαίνει ξανά, σε μέρη που ποτέ δεν πήγα μα τόσο πόθησα, σε μέρη που ίσως ποτέ δεν καταφέρω να πάω γιατί νοιώθω τόσο λίγος. Και οι αλήθειες που καίνε μέσα μου σβήνουν, καταλαγιάζουν θάβονται και μεταμορφώνομαι, γίνομαι κι εγώ ένας ακόμα αριθμός, ένα ακόμα στατιστικό στοιχείο στις λίστες εκείνων που μεταμόρφωσαν τον κόσμο μας σε κόσμο αριθμών σε κόσμο μηχανών. Και εμείς απλά το δεχτήκαμε συμφωνήσαμε και πουλήσαμε την ψυχή μας φτηνά.

Βγαίνω έξω στον ήλιο, τον αφήνω να με αγγίξει και κάπως η καρδιά μου γαληνεύει, ηρεμεί και τότε τα όνειρα αρχίζουν να καλπάζουν ξανά, σαν όμορφα άγρια ,ελεύθερα άλογα στα λιβάδια της ψυχής μου που ξαφνικά γίνονται καταπράσινα. Μα γρήγορα τα άλογα όπως και τα όνειρα κουράζονται, και ξανά το βήμα τους γίνεται αργό και η ψυχή δεν καλπάζει αλλά σέρνεται γιατί ο κόσμος όλος την πιέζει την πλακώνει και δεν την αφήνει να ζήσει….γιατί απλά έτσι είναι ο κόσμος γιατί απλά έτσι είναι η ζωή…

Και αναρωτιέμαι , θα αλλάξει ποτέ ο κόσμος μας, θα αποκτήσει ξανά η ζωή εκείνες τις αρετές που έχει θυσιάσει χρόνια τώρα στο βωμό της ύλης, της βλακείας και της στενομυαλιάς; Ποιος ξέρει…..

Η μέρα συνεχίζεται, περνάει και εγώ απλός παρατηρητής συνειδητοποιώ πως ακόμα μία μέρα πέρασε, κι ακόμα μία φορά δεν βρήκα τη δύναμη να αλλάξω τον κόσμο. Και η νύχτα τότε πέφτει, με αγκαλιάζει στοργικά σαν μάνα γλυκιά και με παρηγορεί με το όμορφο τραγούδι των ονείρων παιδιών της με παρασύρει στο χορό της και με γεμίζει ξανά ελπίδα, και εγώ προχωράω επιβιώνω και αντέχω ακόμα γιατί μία νέα μέρα έρχεται….ποιος ξέρει…ίσως αύριο όλα είναι καλύτερα.

Κοντεύω να τελειώσω μετά από πέντε χρόνια που το έχω στην κατοχή μου, ένα βιβλίο του Coelho με τίτλο 11 λεπτά. Προσπάθησα πολλές φορές να το διαβάσω όμως πάντα κάτι με εμπόδιζε, κάτι που ακόμα και τόσα χρόνια μετά και ενώ πλέον πλησιάζω στο τέλος του δεν μπορώ να καταλάβω. Πάντα το άρχιζα και το πολύ 20 σελίδες μετά το άφηνα, σαν ένα αόρατο φράγμα να με εμπόδιζε δημιουργώντας μου περίεργα συναισθήματα και σκέψεις που δεν είχα τη δύναμη να κατανοήσω. Τις προάλλες λοιπόν, όταν το χιόνι είχε καλύψει την αυλή μου  και το αυτοκίνητό μου και με είχε εγκλωβίσει μέσα, άρχισα να ψάχνω το ράφι με τα βιβλία μου μήπως και ανακαλύψω τίποτα ενδιαφέρον. Το μάτι μου τότε έπεσε επάνω του, και ένα γέλιο χαράχτηκε στο πρόσωπό μου, -λες είπα από μέσα μου, λες αυτή τη φορά να τα καταφέρω και να το ολοκληρώσω…; Να σπάσω το φράγμα των 20 σελίδων και να το ολοκληρώσω;

Λίγα λεπτά αργότερα καθισμένος δίπλα στο τζάκι άρχισα αχόρταγα να καταβροχθίζω τις σελίδες του, τα μάτια μου έτρεχαν δεξιά αριστερά σαν κυνηγημένα, φοβόμουν μήπως για ακόμα μία φορά δεν μπορέσω να τα καταφέρω. Διάβαζα, προχωρούσα και σαν πέρασα τις πρώτες τριάντα σελίδες τότε κατάλαβα πως ένα λουκέτο είχε πλέον ανοίξει στην καρδιά μου και πλέον ησύχασα. Το φράγμα είχε για τα καλά σπάσει και οι σαν ποτάμια αγριεμένα αλήθειες του συγγραφέα άρχισαν να γεμίζουν το μυαλό μου, σοφά λόγια ενός άνδρα που κατάλαβε τον κόσμο ίσως λίγο καλύτερα από τους υπόλοιπους, που άντεξε και κατάφερε να δει πέρα από την επιφανειακή ανιαρή εικόνα των πραγμάτων. Και η ανάγνωση συνεχιζόταν και η ψυχή μου παραδομένη στο διάβασμα ταξίδευε μακριά πολύ, όχι σε χώρες και μέρη μακρινά αλλά βαθιά μέσα μου. Και τότε η λέξη που κάποτε χρησιμοποίησα για να περιγράψω του κόσμου το απερίγραπτο νόημα, εμφανίστηκε μπροστά μου ως δια μαγείας. Την χρησιμοποιούσε ο συγγραφέας για να εκφράσει τον απόλυτο έρωτα και αυτό με έκανε να αναριγήσω. Τα μάτια μου γέμισαν με δάκρυα και η ψυχή μου έγινε απαλή αγνή, ξανά παιδική, δεν ήμουν μόνος λοιπόν και άλλοι άνθρωποι προσπαθούν να δώσουν ονόματα και χαρακτηρισμούς στο απόλυτο εκείνο συναίσθημα που σε μεταμορφώνει. Παράξενο σκέφτηκα και απορημένος βάλθηκα να ψάχνω μέσα μου πώς στο καλό εκείνη η λέξη καρφώθηκε μέσα μου. Και τότε η αλήθεια σαν από μηχανής Θεός εμφανίστηκε μπροστά μου, και η ψυχή μου άρχισε να μου μιλάει – η φλόγα πάντα σήμαινε για σένα κάτι, σε συντρόφευε κρύους χειμώνες όταν αντί να κάνεις τα μαθήματα μπροστά από το τζάκι σου ταξίδευες και ονειρευόσουν κόσμους αλλιώτικους, κόσμους αληθινούς που ποτέ δεν κατάφερες να δεις γιατί απλά το αληθινό και το απόλυτο που ζητάς είναι μέσα σου και ακόμα ξεροκέφαλε δεν το αφήνεις να σε οδηγήσει. -Η φλόγα ήταν το σύμβολο της ελπίδας όταν ο θάνατος χτύπησε την πόρτα σου και απείλησε ανθρώπους που αγαπάς, ακόμα και τότε σκεφτόσουν το φοίνικα, το πύρινο φλογερό πουλί που πεθαίνει και ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του, όπως ακριβώς και οι ελπίδες και τα όνειρα των ανθρώπων και πίστεψες πως όλα θα πάνε καλά ,,,και όλα πήγαν. Με τη φλόγα παρομοίασες τον έρωτα όταν παιδί ακόμα σου χτύπησε την πόρτα και παίρνοντάς σε από το χέρι σου έδειξε ένα κόσμο σχεδόν τόσο όμορφο όπως εκείνοι που σχεδίαζες στα όνειρά σου. Με φλόγα σφραγίστηκαν τα καλοκαίρια που γεμάτος χαρά ξαναγινόσουν παιδί και έπαιζες και αφηνόσουν να σε παρασύρει το γλυκό ψέμα της πλαστής αφέλειας. -Μία φλόγα σε κατά καίει όταν τα λάθη σου συσσωρεύονται και σε πνίγουν. –Έτσι απλά είναι πάντα εκεί, φίλος και τιμωρός, σύμβολο και αλήθεια σου να σε ζεσταίνει και να σε καίει πάντα εκεί, πιστή σου σύντροφος.

Έμεινα με το στόμα ανοιχτό, πρώτη φορά άκουγα την ψυχή μου να μου μιλάει και προσπάθησα να αρπάξω την ευκαιρία,  να ζητήσω καθοδήγηση , αλήθειες χρόνια κρυφές. Της φώναξα –Ψυχή μου σε παρακαλώ μίλα μου, πες μου για τον κόσμο, γιατί δεν μπορώ να τον καταλάβω ποτέ και ούτε εκείνος εμένα, τι κάνω λάθος; Πες μου σε παρακαλώ για τους ανθρώπους, γιατί κάνουμε ξανά και ξανά τα ίδια λάθη και δεν μαθαίνουμε ποτέ από αυτά; Προσπαθούσα , προσπαθούσα μα απάντηση καμιά, και ξαφνικά την ώρα που είχα χάσει κάθε ελπίδα ότι θα μου ξαναμιλήσει ακούστηκε ξανά,,,, – Όλα αυτά που θέλεις θα τα μάθεις μόνο αν έχεις πίστη, αν συνεχίσεις να ψάχνεις και αν αρχίσεις να αγαπάς λίγο περισσότερο τον εαυτό σου. Τέλειωσε τα λόγια της και πλέον σαν κάτι να με άγγιξε σαν κάτι να με φώτισε, δεν μίλησα, δεν ρώτησα, μόνο έγνεψα καταφατικά στον εαυτό μου και άρχισα να πιστεύω…….Σ’ ευχαριστώ ψυχή μου…

      

Απίστευτα μεγάλο κεφάλαιο οι άνθρωποι,,,,πραγματικά ακόμα και χίλιες ζωές να το έψαχνα δεν ξέρω αν θα έφταναν μόνο και μόνο για να προσεγγίσω το θέμα. Παρά το γεγονός πως πολλοί από εμάς ανήκουμε σε ομάδες, ο κάθε ένας είναι πραγματικά μοναδικός. Άλλες φορές ευχάριστα μοναδικός και άλλες πάλι δυσάρεστα. Πρόσφατα γνώρισα τη δεύτερη μορφή μοναδικότητας και ταυτόχρονα ανακάλυψα ένα κοινωνικό φαινόμενο. Από μικρό παιδί η μάνα μου μου έλεγε ξανά και ξανά πως πρέπει πάντα όταν μου προσφέρουν κάτι να μην ξεχνώ να λέω ευχαριστώ. Μεγαλώνοντας και περνώντας τα χρόνια κατάλαβα πως η λέξη αυτή κρύβει μέσα της μία μαγεία, όταν την ακούς η ψυχή σου κάπως γαληνεύει και ο κόπος που έκανες για να προσφέρεις, να εξυπηρετήσεις ή να χαρίσεις κάτι, εξαφανίζεται στο ειλικρινές άκουσμά της και μία ικανοποίηση ξεχειλίζει από μέσα σου. Τις προάλλες λοιπόν ανακάλυψα τον πρώτο άνθρωπο που θεωρεί το ευχαριστώ προκλητική ,προσβλητική και ίσως πονηρή λέξη. Παράξενοι οι άνθρωποι, με τις ιδιαιτερότητές τους, τα χαρίσματά τους και τα ελαττώματά τους, όμως υπάρχει ένας κώδικας συμπεριφοράς και κάποια επικοινωνιακά πρότυπα που είναι παγκοσμίως αποδεκτά ακόμα και από φυλές θεωρητικά πρωτόγονες, έτσι παντού μία λέξη ή μία κίνηση έκφρασης ευγνωμοσύνης εκτιμάται και είναι με χαρά αποδεκτή σε όλους….εκτός από….τον αγαπητό μου γείτονα.

Ο καλός μου γείτονας λοιπόν με κάλεσε τις προάλλες στο σπίτι του με πρόφαση κάποιο άσχετο λόγο και άρχισε να μου μιλάει με σιγανό αλλά γεμάτο κακία τρόπο πως τον προσέβαλα και δεν έχει πλέον ¨μούτρα¨ να κυκλοφορήσει στη γειτονιά εξαιτίας μου. Εγώ εξεπλάγην τρομερά και νομίζωντας πως μου κάνει πλάκα άρχισα να γελάω. Εκείνος όμως σοβαρός με βλέμμα που εκτόξευε Φούντες και Φώσκολους μαζί, μου λέει με χίλιους τόνους πιό σοβαρό βλέμμα. –Να μην ξαναέρθεις ποτέ στο σπίτι μου σε παρακαλώ, αυτή η λέξη που ξεστόμισες στη νύφη μου ήταν απαράδεκτη,,,,άκου να της πείς ευχαριστώ…..! ! ! ! ! ! ! ! ! ! !    Κόσμε σώσε με, χίλιοι κεραυνοί έπεσαν στο κεφάλι μου εκείνη την ώρα και ένοιωσα σαν τον αστερίξ που μόλις κατέβασε ένα πεντόλιτρο από το μαγικό του ποτό και είναι έτοιμος να αρχίσει να εκτοξεύει ρωμαίους εδώ κι εκεί. –Μα τι λέτε, του λέω με ήρεμο τόνο (να ναι καλά ο υπερβατικός διαλογισμός), μου προσέφερε η νύφη σας φαγητό και εγώ της είπα ευχαριστώ, τι στο καλό θα έπρεπε να πώ; ; ; ; ; ; ; ; ; Εκείνος όμως εκεί, ξεροκέφαλο χωριάτικο και απαίδευτο κεφάλι έλεγε και ξαναέλεγε πως ο κόσμος νομίζει πως επειδή της είπα ευχαριστώ την έχω γκόμενα….!!!!!!!!!!!!!!!!!! Και ξανά το μαγικό αστεριξοποτό που δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή πως το λένε (μενίρ μάλλον), και ξανά η όρεξη να αρχίσω να εκτοξεύω εδώ κι εκεί ρωμαίους …..εεεε τρικαλινούς αμόρφωτους παππούδες μάλλον……αλλά δεν το έκανα, πήρα τη μπερδεμένη μου σκέψη παραμάσχαλα και έφυγα.Το ξέρω πιά πως είμαι γουτευτικός αλλά τόσο πολύ πραγματικά δεν το ήξερα ( χιχιχιχιχιχι) .

Ήξερα πως κάθε προσπάθεια θα πήγαινε χαμένη, ξέρω για εκείνον, ανήκει σε μία ομάδα ανθρώπων που από λόγια δεν πήραν ποτέ στη ζωή τους και πιστέψτε με απέριψα χρόνια πρίν το ρόλο του γκλιτσοφόρου γιδοβοσκού οπότε και έκανα τον ηλίθιο. Δεν θα φτιάξω εγώ τον κόσμο, το έχω χωνέψει αυτό από τα 18 μου που δεν κατάφερα να φτιάξω ούτε κάν τον εαυτό μου. Ντρέπομαι όμως πολύ και λυπάμαι γιατί ακόμα και σε μία φαινομενικά προηγμένη κοινωνικά ήπειρο και σε μία δήθεν δημοκτρατική κοινωνία υπάρχουν ακόμα δυνάστες που κάνουν τη ζωή των παιδιών τους κόλαση. Ντρέπομαι που το σπίτι μου συνορεύει με το δικό σου άξεστε μου γείτονα και ειλικρινά αν είχα την οικονομική δύναμη θα έφευγα άυριο κιόλας από κεί, γιατί και μόνο στη σκέψη πως μπορεί στα ρουθούνια μου να εισέλθει αέρας που μόλις έχει βγεί από τα δικά σου τρομάζω γιατί δεν θέλω τίποτα κοινό μαζί σου. Κόσμε πρόσεχε σε παρακαλώ μην ξαναπείς ποτέ ευχαριστώ,ποτέ ξανα στο γραφείο σε κάποια συνάδελφο, μπορεί να θεωρηθεί σεξουαλική παρενόχληση . Ποτέ ξανά ευχαριστώ όταν για οποιοδήποτε λόγο ευγένειας ή ευγνωμοσύνης πρέπει να το πείς μην το κάνεις, μπορεί να προκληθεί ρόζ σκάνδαλο….έλεος……..έλεος….έλεος….!

Και οι μέρες πέρασαν και οι άλλοτε καλοί μου φίλοι και γείτονες που καμία σχέση δεν έχουν με εκείνο το άτομο, με βλέπουν και ρίχνουν χαμηλά το βλέμμα τους, τους μιλάω και γυρίζουν αλλού το κεφάλι γιατί ο δυνάστης καραδοκεί. Πάντα εκεί κοντά παρακολουθεί και έιναι έτοιμος να εξαπολύσει ποινές, τιμωρίες και συνέπειες στα καυμένα τα παιδιά που το μόνο λάθος τους ήταν η φιλία προς το άτομό μου.Συγνώμη παιδιά ειλικρινά συγνώμη…

Ξεχύθηκε ξανά από μέσα μου της φλόγας το ποτάμι, εκείνο που τόσο με πονά και με λυτρώνει χρόνια.

Δεν ξέρω αν μπορέσω κάποτε να βρω κι εγώ μιαν άκρη, η αν θα μείνω ένα παιδί κρυμμένο στα σεντόνια.

—-

Κοιτάζω γύρω τη ζωή να τρέχει, κυνηγημένη τόσο, άνθρωποι σκοτεινιασμένοι, βιαστικοί, στις ματαιότητας το κυνήγι.

Πονάω σαν συλλογίζομαι πως δεν μπορώ να δώσω, στον κόσμο αυτό που ήθελα και που με καίει τόσο.

—-

Παράξενος ο κόσμος μας οι άνθρωποι μπερδεμένοι, τρέχουν μα δεν φτάνουν πια ποτέ στο μαγικό λυχνάρι.

Μοιάζουν να είναι όλοι τους παράλογα πλανεμένοι, και ο θάνατος παίζει αργά με της ζωής το ζάρι.

—-

Μέσα μου φυτρώνουν όνειρα σαν άνθη μαγεμένα, τον κόσμο θα αλλάξουμε σου είχα πει  μια νύχτα ζαλισμένος

Μα της ζωής μας τα παιχνίδια μοιάζουν να ναι χαμένα, και ο διαιτητής ανησυχώ πως είναι πουλημένος.

—-

Μα έρχεται μια άνοιξη γεμάτη φως και ελπίδα, ο κόσμος όλος θα χαρεί ξανά του ήλιου τα χάδια

Ο εξόριστος θα βρει και πάλι τη κλεμμένη του πατρίδα, και οι ψυχές θα τραγουδούν ξανά γλυκά τα βράδια.

—-

Και όταν τα όνειρα σαν πυρκαγιές ξανά μέσα μας φουντώσουν, και ανάψουν πάλι στην εστία της ψυχής, το πάθος,

Θα μάθουν οι άνθρωποι τι έχαναν για να μπορούν να δώσουν, και όλοι θα ξέρουν πια καλά τι είναι σωστό τι λάθος.

—-

Μα ανησυχώ τόσο πολύ ο κόσμος αν θα αντέξει, αν είναι το πνεύμα ακόμα δυνατό ή αν έχει πνιγεί στην ύλη.

Αν μπορεί η αγάπη απ’ την αρχή την άρπα της να παίξει, και αν μπορούν στον ουρανό να εμφανιστούν ξανά καινούργιοι ήλιοι……

Ταξίδεψα μέσα σε ματιές, μέσα σε καρδιές, γνώρισα ψυχές και αφέθηκα στη δίνη του πάθους, κατρακύλησα στη ζάλη του λάθους, προσγειώθηκα πολλές φορές απότομα στο τραχύ έδαφος της αλήθειας και αμέτρητες φορές βυθίστηκα στο χλιαρό ποτάμι του ψέματος. Αναζήτησα, χάθηκα, βρέθηκα και κατέληξα στο ίδιο πάντα σημείο ,,, στο σημείο από όπου ξεκίνησα.

Τραγούδησα τραγούδια τρυφερά, γλυκά, άγρια, θυμωμένα ή ρομαντικά μα πάντα ο ρυθμός τους ήταν ίδιος. Παράξενος, ταξιδιάρικος σκοπός, γεμάτος νότες που άγγιζαν, πλήγωναν, αγαπούσαν ή μισούσαν.

Ονειρεύτηκα, έπλασα κόσμους μέσα στο μυαλό μου, άλλοτε ουτοπικούς γεμάτους χρώματα και εικόνες μοναδικές και άλλοτε εφιαλτικούς και σκοτεινούς, γεμάτους με καπνό και πόνο. Μα πάντα το ξύπνημα ήταν ίδιο, πάντα ένα χαμόγελο χαραζόταν στα χείλη μου γιατί μπορούσα ακόμα να ονειρευτώ.

Συναισθήματα με κατέκλυζαν, πότε χαρούμενα και γεμάτα ελπίδα με άγγιζαν και με μάγευαν και πότε σκοτεινά με τύλιγαν και με γέμιζαν με φόβο, μα πάντα ένοιωθα πληρότητα γιατί μπορούσα ακόμα να νοιώθω, γιατί η καρδιά μου φώναζε περήφανη πως ο συναισθηματικός χειμώνας δεν την άγγιξε ποτέ.

Γνώρισα ανθρώπους πολλούς, έψαξα στις καρδιές τους για να βρω αλήθειες, μα το ψέμα, το δικό τους και το δικό μου, τις έκρυβε καλά και πριν τις ανακαλύψω το παρόν γινόταν παρελθόν και οι αλλοτινές φιλίες και γνωριμίες, αποξένωση.

Έπλευσα σε θάλασσες μακρινές με τρόπο μοναδικό και ανακάλυψα μονάχα όταν βρέθηκα μεσοπέλαγα πως είχα ξεχάσει την άγκυρα μου κάπου αλλού και θα ήμουν καταδικασμένος σε μία παντοτινή οδύσσεια. Μα ακόμα και τότε χαμογέλασα γιατί ήξερα πως μόνο το ταξίδι μετράει, μόνο εκείνο μένει άφθαρτο στο χρόνο σαν ψυχικός φάρος ,να μας θυμίζει πως ακόμα είμαστε άνθρωποι.

Γνώρισα την αγάπη και τον πόνο που προκαλεί όταν λείπει και κατάλαβα πως είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο, σε αγγίζει και σε μεταμορφώνει σε κάτι μοναδικό, σαν να γίνεσαι από φασουλής μέσα σε μία στιγμή πρίγκιπας, μα όταν φύγει από κοντά σου, αλίμονο, τότε νοιώθεις πως τα σωθικά σου ξεριζώνονται και μένεις να ψυχορραγείς σε σκοτεινά πηγάδια ξεχασμένος και πονεμένος. Μα και πάλι χαμογελούσα ακόμα και τότε στα άπατα πηγάδια που κατρακυλούσα, γιατί ήξερα πως η αγάπη είναι ευλογία και ένοιωθα ευλογημένος και τυχερός.

Άγγιξα το ψέμα μου πληγώνοντας απίστευτα την αλήθεια μου και αυτό με έκανε να νοιώθω σκουπίδι, με καταρράκωσε, με εξευτέλισε και με έκανε να μισήσω τον εαυτό μου. Μα ακόμα και τότε κάτι έμαθα, κατάλαβα τη σημασία της ειλικρίνειας και την ιερότητά της. Σαν να με χάιδεψε ένα ζεστό καλοκαίρι που διαδέχτηκε με μιας το  σκληρό και παγωμένο χειμώνα κλέβοντας τη σειρά της άνοιξης.

 

Περιμένω με τόση λαχτάρα την άνοιξη να χτυπήσει και πάλι την πόρτα μας και επιβλητική και αναζωογονημένη να διώξει για τα καλά το χειμώνα και νικηφόρα να καθίσει και πάλι στο θρόνο των εποχών και να γεμίσει τον κόσμο αρώματα και χρώματα.

Περιμένω με τόση αγωνία τον κόσμο μας, τους ανθρώπους να γίνουν μία στάλα πιο φωτεινοί αντλώντας λίγη θετική και ευγενική ενέργεια από τη λιακάδα που προσπαθεί με αγωνία να κερδίσει μία μόνιμη θέση στο στερέωμα του ουρανού.

Περιμένω με λαχτάρα και πίστη να εισακουστούν ξανά οι προσευχές μου και η ζωή μου να αλλάξει κατεύθυνση, να βρει ξανά τον χαμένο της προορισμό και να γεμίσει και πάλι με όνειρα, αλήθειες και συναισθήματα αγνά.

Περιμένω το γέλιο ενός παιδιού να αντηχήσει ξανά στα αυτιά μου και να με τραβήξει από το λήθαργο που με έχει ρουφήξει και με οδηγεί στον πάτο.

Περιμένω αλήθειες να σβήσουν τα ψέματα της ζωής μου και ο κόσμος μου να γίνει και πάλι αγνός, παιδικός, ουτοπικός.

Περιμένω καινούργια τραγούδια να αγγίξουν ξανά την ψυχή μου και να οδηγήσουν την καρδιά μου σε νέα όνειρα σε νέες αυταπάτες σε νέες σωστές ή λάθος κατευθύνσεις.

Περιμένω να περάσει ο θυμός που προκάλεσα στις μούσες μου σκίζοντας τόσες πολλές σελίδες ψυχής και να μου μιλήσουν ξανά, με φωνή καθαρή, γεμάτη στοργή να με οδηγήσουν και πάλι στη δημιουργία.

Περιμένω με αγωνία ο κόσμος μου να ζηλέψει την κίνηση της κλεψύδρας να γυρίσει ολόκληρος ανάποδα και να βρεθώ ξανά από τον πάτο στην κορυφή.

Περιμένω καρτερικά την ωριμότητα που η ζωή και τα χρόνια φέρνουν στους ανθρώπους για να μπορέσω να καταλάβω και να δώσω απαντήσεις σε όλα εκείνα τα γιατί που ξεσχίζουν αλύπητα την ψυχή μου.

Περιμένω το φως να νικήσει το σκοτάδι μου και την αλήθεια να νικήσει το ψέμα μου κι εγώ να γίνω λιγάκι καλύτερος άνθρωπος.

Περιμένω ξανά ένα αυγουστιάτικο φεγγάρι να με λούσει με το μαγικό φως του και να με εξαγνίσει για να μπορέσω και πάλι να κοιταχτώ στον καθρέφτη μου χωρίς να τρομάζω και να θυμώνω με τον άγνωστο που βλέπω να αντικατοπτρίζεται μέσα του.

Περιμένω και πάλι μία νίκη να πάρει τη δόξα από την ήττα μου και να με στέψει ξανά βασιλιά στον κόσμο μου, σε ένα κόσμο που μόνος μου τον μετέτρεψα σε πεδίο μάχης σε τοπίο σκοτεινό και θλιμμένο.

Περιμένω ξανά την καλοκαιρινή θάλασσα να τυλίξει το κορμί μου, να με δειχτεί μέσα της θυμίζοντάς μου πως είμαι ακόμα ζωντανός και μπορώ να απολαύσω τις μικρές χαρές της ζωής.

Περιμένω ξανά ένα σύννεφο από δάκρυα να ξεσπάσει σαν καταιγίδα στο πρόσωπό μου και να ξεπλύνει από πάνω μου όσα χρόνια πεισματικά λεκιάζουν την ύπαρξή μου.

Περιμένω…….απλά το απόλυτο να με αγγίξει και πάλι.

   Αγορά εργασίας, επιτυχημένη πορεία μιας επιχείρησης, υψηλές απαιτήσεις και στόχοι, ανθρώπινο δυναμικό προσεκτικά επιλεγμένο και άλλες τέτοιες αηδίες για να μην πω κάτι χειρότερο, άκουσα τις προάλλες από τα ειρωνικά χείλη ενός ανθρώπου που η ματαιοδοξία και τα συμπλέγματα είχαν στοιχειώσει τη ζωή του και είχαν πλάσει αυτό το χαρακτήρα. Αστεία ιστορία πραγματικά και αστείος ο κόσμος που ζούμε,,, δίνεις σε κάποιον ευγένεια και σου ανταποδίδει ειρωνεία, γαβγίζεις και δείχνεις τα δόντια σου και ως εκ θαύματος όλοι σε σέβονται. Εγώ ανέκαθεν προτιμούσα να χρησιμοποιώ τη δύναμη του λόγου για να επικοινωνώ με τους ανθρώπους και επιδέξια προσπαθώ να αποφεύγω τα γρυλίσματα και την δήθεν μαγκιά και νοοτροπία του ξέρεις ποιος είμαι εγώ συστήματος. Ελπίζω να απολαύσετε το παρακάτω κείμενο και να γελάσετε με τα χάλια μας.

  

-Καλημέρα σας ο κύριος τάδε; Χαίρω πολύ εγώ είμαι ο τάδε του λέω.

-Ναι, γεια σου, κάθισε απαντά.   (χμ μιλάει στον ενικό σκέφτομαι, τρελός επαγγελματίας)

-Λοιπόν αγαπητέ μου λέει,, η επιχείρησή μας είναι τεράστια και μπλα μπλα μπλα μονολογούσε για κανένα τρίλεπτο. Είμαι σίγουρος πως το είχε μάθει ποιηματάκι. Ναι μεν τα έλεγε με άνεση αλλά η ροή του λόγου του θύμιζε παιδάκι που με καμάρι μπροστά στον κόσμο απαγγέλει το καλοπαπαγαλισμένο ποιηματάκι του μία εθνική γιορτή. Η επιχείρησή μας έλεγα και ξαναέλεγε λες και ήταν δική του. Ο κολίγος σε σύγχρονη μορφή σκέφτηκα που θεωρεί δικό του κάτι εντελώς ξένο.

-Μάλιστα απαντώ με σταθερή φωνή και πάντα με τα μάτια μου καρφωμένα διακριτικά στα δικά του. Χαίρομαι που έχετε μία επιτυχημένη πορεία και εύχομαι να συνεχίσετε την καλή δουλειά.

-Θα την συνεχίσουμε να είσαι σίγουρος (ξανά ενικός, παράξενο πράγμα η σιγουριά των ανθρώπων, μα αγαπητέ μου κύριε τάδε που μπορεί να είσαι και μικρότερος ηλικιακά από μένα τίποτα δεν είναι σίγουρο σε αυτό τον κόσμο, αλλά μάλλον δεν σου το έμαθαν αυτό στο τμήμα διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων).

 

Μπορεί να φαίνομαι επιθετικός ή αρνητικά προκατειλημένος όμως σας δίνω το λόγο μου στεκόμουν απέναντί του με πάρα πολύ καλή διάθεση χωρίς ίχνος ειρωνίας και με ειλικρινή ευγένεια. Έτσι φέρομαι πάντα στους ανθρώπους που έχω απέναντί μου άλλωστε καλώς η κακώς.

 

-Λοιπόν κύριε τάδε μου λέει (παράξενο το γύρισε στον πληθυντικό σκέφτομαι, προφανώς ένοιωσε ρόμπα να του απαντώ ευγενικά και με απόλυτο σεβασμό ενώ εκείνος μου μιλούσε με ύφος σαν σε άπορο μετανάστη που δεν ξέρει καν καλά να μιλάει τη γλώσσα του.) καταλαβαίνεται πως η δουλειά που θα κάνετε εδώ είναι σαφώς υποδεέστερη από αυτή που έχετε συνηθίσει να κάνετε και ίσως θα έλεγα και ταπεινωτική.

Τα έλεγε και πίσω από τα επίτηδες αφημένα γένια γύρω από το στόμα του σε μία προσπάθεια να κερδίσει πόντους κύρους, τα χείλη του γελούσαν ειρωνικά. Σε αυτή τη φάση άρχισα πραγματικά να θυμώνω όμως δεν έδειξα το παραμικρό, ευτυχώς έχω μάθει καλά να κρύβω τα συναισθήματά μου.

-Σκληρή η ζωή καμιά φορά έτσι δεν είναι του απαντώ, άλλωστε εγώ απλά ένα ταπεινό μαγαζάκι έχω δεν είμαι πουθενά διευθυντής για να αισθανθώ ότι πέφτω πια τόσο χαμηλά.

Ο διάλογός μας είχε και πάρα πολλά ακόμα στοιχεία επίδειξης νοημοσύνης και υπεροχής και ευφράδειας λόγου από την μεριά του που φυσικά δεν άφησα έτσι και του έδειξα με τον τρόπο μου και της άμεσες απαντήσεις μου πως απέναντί του δεν είχε σίγουρα κανένα πιτσιρικάκι με τα σκουλαρίκια στη μύτη και το μαλλί άπλυτο σαν εκείνα που στελεχώνουν τη δήθεν σοβαρή επιχείρησή του με τους κατά τα άλλα εξαιρετικούς υπαλλήλους. Προσπαθούσε πολύ και οφείλω να ομολογήσω πως ήταν αρκετά εύστροφος όμως τον συνέλαβα πολλές φορές από τη στιγμή που άρχισε το παιχνίδι να το παίζει με ύπουλα χτυπήματα, να ρίχνει χαμηλά το βλέμμα του. Ο δάσκαλος οτάκε ο πρώτος που έφερε το οκινάουα καράτε στην ελλάδα έλεγε πως η μάχη οποιασδήποτε μορφής και αν είναι αυτή, κρίνεται πολύ πρίν την ουσιαστική συμπλοκή. Κρίνεται από τα βλέμματα, έτσι όταν ο ένας εκ των δύο ρίχνει το βλέμμα του χαμηλά έχει ήδη χάσει το παιχνίδι πρίν καλά καλά το αρχίσει γιατί έτσι δείχνει πως αντιλαμβάνεται την  υπεροχή του αντιπάλου του. Χμ για φαντάσου σκέφτικα…….

 

Και τότε επιτέλους αποκάλυψε μπροστά μου πόσο πραγματικά αγαπάει τον αυνανισμό λέγοντας γυρνώντας προς μία υπεύθυνη που έκανε τη γλάστρα στη συνέντευξη….- βλέπεις γιατί σου φωνάζω καμιά φορά….για να μην καταντήσουμε έτσι…καταλαβαίνεις τώρα;

Εκείνη σαν αποβλακωμένο πρόβατο έγνεψε απλά καταφατικά με θολωμένο βλέμμα, βλέμμα ενός ανθρώπου άβουλου που στο βωμό του βασικού μισθού έχει θυσιάσει την ελευθερία βούλησης και άποψης……κρίμα.

 

-Χαίρομαι που έγινα παράδειγμα προς απόφυγή, πραγματικά χαίρομαι που μπορώ να διδάξω κι εγώ κάτι στους ανθρώπους του είπα, και τα μάτια του άρχισαν να πετάνε φωτιές. Δεν δέχτηκα την προσβολή του και απλά τον αγνόησα και αυτό τον έκανε έξαλο.

 

-Ξέρεις κύριε τάδε μου λέει,,,,(πλέον ο πλυθυντικός είχε καθιερωθεί) μπορούμε αν θέλετε να σας βάλουμε και σε μία βάρδια πρωινή για να ξεφορτώνεται τα φορτηγά ίσως σας ταίριαζε κάτι τέτοιο καλύτερα.

-Φυσικά και θα μου ταίριαζε του απάντησα με ήρεμο τόνο και το βλέμμα μου πάντα καρφωμένο στο δικό του που πλέον είχε γίνει ένα με το πάτωμα, άλλωστε τη σωματική εργασία δεν τη θεώρησα ποτέ κατώτερη και ούτε ποτέ με καταδυνάστευαν τέτοιου είδους συμπλέγματα, απλά δεν μπορώ να δεχτώ γιατί κάτι τέτοιο θα με εξαντλούσε και θα έπρεπε να σταματήσω τη γυμναστική που τόσο πολύ αγαπώ. Άρα θα πρέπει με λύπη μου να αρνηθώ.

 

Η συνέντευξη τελείωσε και σύντομα απόλαυσα μία κρέπα γεμάτη με νουτέλα και θρυμματισμένα μπισκότα που είναι και η αγαπημένη μου. Ήταν μία καλή μέρα έμαθα πολλά και γέλασα μόνος μου με την ψυχή μου. Μπορεί προφανώς να έχασα τη δουλειά αλλά εξ αρχής η ιδέα να φοράω τα χαζά μπλουζάκια και να δουλεύω με δεκαοχτάχρονα δεν με ενθουσίαζε. J