Πέφτω χαμηλά, αρρωσταίνω, μαθαίνω, πονάω και στο τέλος γελάω, γελάω με τον εαυτό μου, με όσα πέρασαν από το μυαλό μου, με όσα περνούν και με όσα θα περάσουν. Οι άνθρωποι αλλάζουν, μένουν στάσιμοι, ο χρόνος περνάει, οι αλήθειες γίνονται ψέματα, και ο κύκλος επιβεβαιώνεται. Όλα είναι απλά κύκλος ξανά και ξανά, μία συνεχόμενη εναλλαγή των πραγμάτων από το + στο – και ποτέ στο =. Οι ισορροπίες ποτέ δεν καταδέχτηκαν να ζήσουν μαζί μου, αλλά κακία δεν τους κρατώ ,ίσως είναι καλύτερα έτσι, ίσως και όχι, ποιος νοιάζεται; Εγώ όχι, έχω αρχίσει να τηρώ πάλι εκείνη την απαθή στάση που με τρομάζει, με τρομάζει πολύ γιατί μοιάζει με την ηρεμία πριν τη μεγάλη καταιγίδα, και δεν είναι καιρός για μεγάλες καταιγίδες. Ελπίζω όλα να πάνε καλά, και αν δεν πάνε δεν πειράζει, ίσως μάθω κάτι, ίσως και τίποτα, ποιος ξέρει.

Κοιτάζω πίσω μου και βλέπω σκιές, σκιές που ακόμα τρομάζουν τα μάτια μου και ας είναι εκείνα πιο μαύρα από αυτές.  Βλέπω ένα κενό, μία ζωή σε fast forward και ένα άπειρο cd χωρίς τέλος, εντυπωσιακό και γυαλιστερό, κολλημένο όμως εδώ και χρόνια στις ίδιες μουσικές, στους ίδιους σκοπούς, έτσι απλά….άσκοπα.

Κοιτάζω μπροστά και βλέπω ένα μεγάλο ερωτηματικό, χρυσοποίκιλτο και στολισμένο με ελπίδα μα παρόλα αυτά ερωτηματικό. Σύμβολο ανησυχίας, αγώνα, και απορίας, με κοιτάζει άλλοτε από κοντά και άλλοτε από μακριά προκαλώντας με. Πάντα μου άρεσαν οι προκλήσεις…..ή μήπως όχι ;….ειλικρινά σας λέω δεν ξέρω πια.

 

Δεν πειράζει οι γιορτές πλησιάζουν, ο κόσμος φοράει λαμπάκια και στολίδια, όλα μοιάζουν παιδικά ξανά…..για τους άλλους. Το πνεύμα των Χριστουγέννων έχει για τα καλά εγκαταλείψει τον κόσμο μου εδώ και χρόνια. Η ρουτίνα και η ανάγκη για ύλη σκέπασε περίτεχνα όλη την παιδική μου μνήμη και διάθεση και τα χρήματα είναι το μόνο που περιμένω να λάμψει αυτές τις μέρες. Πεζό, ρηχό ή απλά γκρινιάρικο, δεν έχει σημασία, έτσι κι αλλιώς όλα κύκλος δεν είναι; Που ξέρεις μπορεί του χρόνου να ξαναβρώ τη μαγεία των γιορτών, μπορεί και όχι, θα δείξει.

Η οικονομική κρίση ανθίζει, το λουλούδι της ελπίδας για καλύτερες μέρες αργά αλλά σταθερά μαραίνεται και η βελόνα που  περιστρέφεται στον κύκλο του κόσμου έχει κολλήσει για τα καλά στο – . Δεν πειράζει όμως γιατί έρχονται γιορτές ,ίσως το κλίμα κάπως αλλάξει, ίσως η ελπίδα γεννηθεί ξανά μέσα από τις στάχτες που η βλακεία κατέκαψε και γέμισε τον κόσμο με αυτή τη γκρίζα σκόνη και αυτή τη μυρωδιά καταστροφής. Ποτέ δεν ξέρεις, οι γιορτές έρχονται και ίσως τα λαμπάκια σβήσουν τις σκιές σε κάποιους. Άλλωστε μετά τις γιορτές πριν καλά καλά το καταλάβεις έρχεται η άνοιξη και τότε ακόμα κι εγώ ο μουρτζούφλης και κακοδιάθετος ανανεώνομαι, ελπίζω τότε ξανά πως ήρθε η ώρα η βελόνα του κοντέρ- κύκλου της διάθεσης, να πάει στο + , τι κι αν δεν πάει, ο ήλιος είναι βάλσαμο για την ψυχή μου, τι κι αν είναι αρρώστια για το δέρμα μου (άτιμη ακτινοβολία). Υπομονή λοιπόν, οι γιορτές έρχονται και σέρνουν πίσω τους με μία μικρή καθυστέρηση την άνοιξη.

   

                                                                                   Καλά Χριστούγεννα να έχουμε!!!

 

    Λένε πως οι άνθρωποι μαθαίνουν από τα λάθη τους αλλά προφανώς εγώ δεν έμαθα τίποτα. Και να ‘μαι πάλι εδώ να γράφω και να ξαναγράφω προσπαθώντας να αποφορτίσω εκείνο που χρόνια έχω μέσα μου μα δεν μπορώ να εγκαταλείψω, να απαλλαγώ. Και προσπαθώ να καταλάβω, προσπαθώ να αφήσω το αγριεμένο κύμα του κόσμου να τυλίξει τη μικρή βάρκα της ύπαρξής μου, να με βυθίσει μέσα του, να με αφομοιώσει μήπως και η ζωή μου γίνει πιο εύκολη. Η μεγαλομανία και η ανάγκη όμως , εκείνη η παρανοϊκή ανάγκη για διάκριση με στοιχειώνει ξανά, σαν ένα μεγάλο τέρας με ρουφάει, με καταπίνει και στο τέλος με αφοδεύει σαν περίττωμα στο πάτωμα, ταπεινωμένο και μόνο ξανά. Κι εγώ εκεί πεισμωμένος, σηκώνομαι, ξεσκονίζομαι και συνεχίζω εκείνο το ταξίδι που δεν έχει προορισμό, δεν έχει στόχο άλλο από το ίδιο το ταξίδι. Ένα ταξίδι που μέχρι στιγμής το μόνο που μου δίδαξε είναι πως έχω περισσότερη ανάγκη να διδαχτώ, περισσότερη ανάγκη να ταξιδέψω. Μα το ταξίδι δεν είναι πάντα ομαλό, είναι φορές που οι φουρτούνες με τρομάζουν και κρύβομαι σαν φοβισμένο καραβόσκυλο μέσα στα αμπάρια της ψυχής μου, οχυρώνομαι σε κάτι τόσο ρευστό και προσπαθώ να ξεγελάσω τον εαυτό μου πως είμαι ασφαλής. Και άλλοτε ο καιρός είναι καλός η πλεύση ομαλή και τότε στέκομαι περήφανα και αγναντεύω δυνατός τη ζωή μέχρι το επόμενο κύμα…..

   Και ο καιρός περνάει το πλοίο παλιώνει και οι χαρακιές στο άλλοτε φρέσκο σκαρί φανερώνουν πως η γνώση απαιτεί πόνο, η αναζήτηση απαιτεί σημάδια, κι εγώ πάντα εδώ κοιτάζω αφηρημένα τον καιρό και αναρωτιέμαι αν κάποια στεριά με τραβήξει κοντά της, αν το ταξίδι αποκτήσει κάποτε προορισμό.

 

  

Είναι κάποιες φορές που θέλω τόσα πολλά να πω, τόσα πολλά να μοιραστώ με όλο τον κόσμο μα τα λόγια όπως πολλές φορές έχει αποδειχτεί στο παρελθόν είναι λίγα, τα κείμενα ρηχά και τα νοήματα ανούσια, θολά. Και τότε θυμάμαι πως υπάρχει ακόμα ένας τρόπος για να εκφραστείς μέσα από ένα άψυχο ηλεκτρονικό φύλλο, η ποίηση. Αλίμονο όμως τότε συνειδητοποιώ πως δεν είμαι ποιητής, δεν ξέρω καν τους βασικούς κανόνες σύνταξης ενός ποιήματος, πώς στο καλό θα γράψω; Σίγουρα θα γελάσουν μαζί μου, σίγουρα θα γίνω αντικείμενο σχολιασμού, ντρέπομαι! Ντρέπομαι πολύ! Όμως στιγμές μετά σκέφτομαι…..τι στο καλό, ακόμα και αν γελάσουν θα έχω πετύχει και πάλι κάτι, θα έχω χαρίσει λίγη χαρά σε κάποιον βαριεστημένο αναγνώστη που κοιτάζει το μπλόγκ μου και ετοιμάζεται να αφήσει το αίμα του να κοκκινίσει το πάτωμα μέσα από τις κομμένες του φλέβες καθώς διαβάζει τα κείμενά που γράφω, οπότε ας γελάσει με τα χαζά ποιήματά μου. Κάτι θα είναι και αυτό. Και τότε χαμογελώ παίρνω μία βαθιά ανάσα και…….. ιδού το αποτέλεσμα.

 

 

 

Τρέχω ασταμάτητα σε δρόμο τραχύ, τα πόδια μου σαν τη ψυχή μου πληγωμένα

Μία ερώτηση κουράζει το μυαλό, και μέσα μου αλλάζουνε όλα τα δεδομένα.

Ο δρόμος μοιάζει μακρινός πολύ, ο προορισμός απίστευτα το είναι μου ταράζει

Και εγώ δεν ξέρω τι να κάνω ή τι να πω σε μία γη που ύλη και ψυχή διχάζει.

Αναρωτιέμαι για το νόημα του δρόμου αυτού, τι έχει στη ζωή πραγματική αξία,

Φοβάμαι ότι είμαστε πλαστικοί ηθοποιοί σε ενός συστήματος την κρύα κωμωδία.

Και όταν ανηφόρες συναντώ, δεν σταματώ μα πιο πολύ το σώμα μου παιδεύω

Μήπως και αλλάξει ρότα το καράβι της ζωής και στις ψηλές τις κορυφές και πάλι ανέβω.

Μα όταν ο δρόμος γίνεται κατηφορικός, και εύκολη η πορεία σε μένα τότε μοιάζει

Κάνω το λάθος σαν άνθρωπος και γρήγορα ξεχνώ και τότε η έπαρση το λάθος μου γιορτάζει.

Κι όταν στη βόλτα αυτή ανθρώπους συναντώ, δεν ξέρω τι να πω και τι να μοιραστώ μαζί τους

Στέκομαι μόνο και στα μάτια τους κοιτώ και προσπαθώ να μπω μες στην ψυχή τους.

Για όνειρα και πάθη μου μιλούν, για όσα μυστικά κρύβουν μες στην καρδιά τους

Και εγώ ακούω και πονάω που δεν μπορώ να βάλω πάλι πυρκαγιά στα όνειρά τους.

 

Χμ,,,πώς σας φαίνεται; Χαζό μου κάνει…δεν θα το συνεχίσω. Ίσως κι εγώ θα πρέπει να ντοπαριστώ για να συνεχίσω, για να ανεβάσω τις επιδόσεις μου στο γραπτό λόγο, είναι βλέπεις και της μόδας τελευταία κάθε λογής ντοπάρισμα. Δεν ξέρω θα το σκεφτώ, θυμάμαι άλλωστε μία αθλήτρια που μεταμορφώθηκε σε άνδρα από τις πολλές ουσίες, και όχι τίποτα άλλο αλλά πόσο πια άνδρας να γίνω; Ήδη με κυνηγάνε όλες μην το παρακάνω χαχαχαχαχαχα.

 

Βαριανασαίνοντας από την κούραση και με την καρδιά να χτυπάει στο στήθος του σαν τρελή άφησε το τσακισμένο από την κούραση κορμί του να καταρρεύσει στο καταπράσινο πλάτωμα, κοίταξε γύρω και είδε πως για πρώτη φορά βρισκόταν πολύ πάνω από το έδαφος. Είχε ανέβει σε ένα ψηλό απότομο βουνό, βρισκόταν στην κορυφή του και δεν φοβόταν πια. Από παιδί έτρεμε τα ύψη και τώρα για δες τα κατάφερε, ξεπέρασε τον εαυτό του και για πρώτη φορά στη ζωή του έκανε την υπέρβαση, για πρώτη φορά ένιωθε δυνατός. Το γλυκό κρασί της περηφάνειας άνοιξε τις κάνουλες και γέμισε το αίμα του με ένα συναίσθημα μοναδικό, τον μέθυσε σχεδόν και εκείνος απλά το απολάμβανε, και όλο και μεθούσε.

Η νύχτα γρήγορα ήρθε και τύλιξε το βουνό και μαζί κι εκείνον, τα πρώτα άστρα άρχισαν να χαρίζουν το αχνό φως τους στη πλάση, ένα φως που έκανε το βουνό να μοιάζει με πύργο και εκείνον με βασιλιά. Ο ύπνος τον τύλιξε πρίν καλά καλά καταλάβει πως νύσταζε και τα όνειρα μανιασμένα ξεχύθηκαν μέσα του. Όνειρα μεγάλα, όνειρα τρελά, όνειρα αληθινά……αληθινά; Μα πώς μπορούν τα όνειρα να είναι αληθινά; Κανένας δεν του το είπε αυτό πια;

Και πίστεψε στα όνειρα και αφέθηκε να ταξιδεύει σε άγνωστες θάλασσες, πίστεψε πως μπορεί να κάνει τα πάντα και βάλθηκε να μάθει τον κόσμο.

Η νύχτα πέρασε και ένας ήλιος πρωτόγνωρα ζεστός τον άγγιξε, τον ξύπνησε και του άφησε ένα χαμόγελο νικητή. Γεμάτος δύναμη και ενέργεια μοναδική, σηκώθηκε άπλωσε τα χέρια στον ορίζοντα και φώναξε, -μπορώ να κάνω τα πάντα είμαι ο καλύτερος……..και η φωνή του αντήχησε στους γύρω λόφους. Στεκόταν στην άκρη κοίταζε την απότομη πλαγιά και γέλαγε δυνατά….ώσπου……..

Το βουνό, σιωπηλό απλά περίμενε, η σοφία αιώνων το είχε διδάξει άπειρες αλήθειες για τους ανθρώπους, το έκαψαν το πλήγωσαν το ατίμασαν μα εκείνο αγέρωχο και δυνατό έστεκε ακόμα και ατένιζε από ψηλά την ηλιθιότητα που δέρνει τον κόσμο. Και ξαφνικά ένας νέος είχε ανέβει επάνω του, τάραζε την ησυχία χρόνων και πρόσβαλε με την ματαιοδοξία και την έπαρσή του, την αισθητική του. Και τότε μία πέτρα κουνήθηκε, ξεκόλλησε και ο ‘’βασιλιάς’’ άρχισε να κατρακυλάει από το θρόνο του με ταχύτητα. Το κορμί του ξεσκίστηκε από την πτώση και τη σύγκρουση με τα βράχια και τα αγκάθια και με ένα γδούπο έφτασε ξανά εκεί που ξεκίνησε, στη ρίζα του βουνού. Στο στόμα του το αίμα έτρεχε και το κορμί του μουδιασμένο αναριγούσε από τον πόνο. Από πάνω του είδε το βουνό να γελάει, και τότε κατάλαβε, κατάλαβε πως όλα ήταν πλάνη, όλα ήταν αυταπάτη όλα ήταν απλά μία βλακεία και για πρώτη φορά ένοιωσε πως έμαθε κάτι αληθινό……

Ο ήλιος έκαιγε ακόμα, η ώρα είχε περάσει και εκείνος περίμενε το θάνατο να έρθει….όμως δεν ήρθε, το βουνό τον άφησε να ζήσει, και με μία φωνή τρανταχτή του φώναξε, αγάπα, ζήσε, μάθε και όταν η σοφία αγγίξει πραγματικά την καρδιά σου τότε έλα ξανά, ανέβα επάνω μου και φώναξε τις αλήθειες που θα μάθεις από την κορυφή μου.

Σηκώθηκε αργά, μάζεψε τα κομμάτια του και ξεκίνησε ξανά από την αρχή την αναζήτησή του……….ένα ποίημα αγαπημένο πάντα επίκαιρο και δυνατό άρχισε να βγαίνει από τα χείλη του……

 

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ‘μαθε, γιατί δεν το ‘πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα – σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου όπου ‘χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ‘φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ‘πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!…ΜΙα βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
“μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της”.

Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σα να ‘χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά…Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου…Μ’ απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συγχωρέσει…

Το χέρι τρέμει…Ο πυρετός…Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω..

(μαραμπού. Ν.Καββαδίας)

Τα αυτοκίνητα περνούν με ταχύτητα, οι άνθρωποι το ίδιο, κι εγώ καθισμένος μπροστά από έναν υπολογιστή προσπαθώ να καταλάβω, να ανακαλύψω, να μάθω τον κόσμο. Περνάει μία καθώς πρέπει φαινομενικά κυρία και βρίζει κάποιον που τόλμησε να σταματήσει για λίγα δευτερόλεπτα το αυτοκίνητό του, την ανάγκασε να κάνει ένα μικρό ελιγμό και αυτό ήταν μεγάλο σφάλμα για εκείνη, ξαφνικά μεταμορφώνεται σε μέγαιρα που με αφρισμένο στόμα επιτίθεται αγριεμένη και αρχίζει να ξεστομίζει λέξεις –βατράχια προς τον καϋμένο γεράκο που απλά κανείς δεν του έμαθε ποτέ πως δεν μπορεί να σταματάει το αυτοκίνητό του όπου θέλει. Σχεδόν μου χαλάει την εικόνα που θέλω να έχω για τους ανθρώπους και στρέφω το βλέμμα μου αλλού. Λίγο παραπέρα μία ομάδα μεταναστών βρίζει έντονα ο ένας τον άλλο σε μία γλώσσα που δεν καταλαβαίνω και ξαφνικά ένα μαχαίρι εμφανίζεται και κόσμος πανικόβλητος αρπάζει τα τηλέφωνά του για να καλέσει την αστυνομία, απογοητευμένος σταματώ να παρακολουθώ τους περαστικούς και προσπαθώ να επικεντρωθώ σε μένα. Και τότε το τηλέφωνο αρχίζει να χτυπάει, φωνές γνωστές, άγνωστες, οικείες ή  μακρινές αρχίζουν να αδειάζουν δεξαμενές προβληματισμών, επιθυμιών ή ακόμα και απαιτήσεων στα αυτιά μου. Και αναρωτιέμαι έντονα τι στο καλό θέλει ο κόσμος από μένα, τι στο καλό θέλω εγώ από μένα.

Ξαφνικά ένα παιδί πολύτεκνης οικογένειας όπως λέει, γύρω στα 18 με βλέμμα βαριεστημένο και στάση τεμπέλικη εισβάλει στο μαγαζί και μου ζητάει λεφτά, -πεινάω μου λέει βοήθησέ με αγόρασε κάτι από μένα και μου προτείνει μία σακούλα με αρωματικά κεριά. Μα πόσο ηλίθιοι μπορεί να είμαστε οι άνθρωποι κάποιες φορές απορώ, ο νεαρός αυτός ζύγιζε σχεδόν 120 κιλά, πώς στο καλό προσπαθεί να με πείσει ότι πεινάει. Και πραγματικά η καλύτερη ελεημοσύνη και λύση για εκείνον θα ήταν όντως η πείνα.

Στρέφω το βλέμμα μου ξανά στην οθόνη, αραδιάζω λέξεις στο λευκό εικονικό χαρτί, τα διαβάζω, τα ξαναδιαβάζω μα τίποτα αληθινό, τίποτα μοναδικό δεν μπορώ να γράψω. Και προσπαθώ τόσο πολύ να δημιουργήσω κάτι , κάτι που θα αγγίξει τις ψυχές των ανθρώπων και ίσως τους κάνει την καθημερινότητα λίγο πιο ανεκτή, λίγο πιο εύκολη. Μάταια όμως,,,,,

Ανοίγω ένα βιβλίο και προσπαθώ να χαθώ, να ταξιδέψω μέσα του, να ξεχαστώ, όμως και πάλι το μυαλό μου φορτωμένο και φορτισμένο με σκέψεις που με βασανίζουν δεν με αφήνει να ηρεμίσω. Και πηγαίνει ξανά, σε μέρη που ποτέ δεν πήγα μα τόσο πόθησα, σε μέρη που ίσως ποτέ δεν καταφέρω να πάω γιατί νοιώθω τόσο λίγος. Και οι αλήθειες που καίνε μέσα μου σβήνουν, καταλαγιάζουν θάβονται και μεταμορφώνομαι, γίνομαι κι εγώ ένας ακόμα αριθμός, ένα ακόμα στατιστικό στοιχείο στις λίστες εκείνων που μεταμόρφωσαν τον κόσμο μας σε κόσμο αριθμών σε κόσμο μηχανών. Και εμείς απλά το δεχτήκαμε συμφωνήσαμε και πουλήσαμε την ψυχή μας φτηνά.

Βγαίνω έξω στον ήλιο, τον αφήνω να με αγγίξει και κάπως η καρδιά μου γαληνεύει, ηρεμεί και τότε τα όνειρα αρχίζουν να καλπάζουν ξανά, σαν όμορφα άγρια ,ελεύθερα άλογα στα λιβάδια της ψυχής μου που ξαφνικά γίνονται καταπράσινα. Μα γρήγορα τα άλογα όπως και τα όνειρα κουράζονται, και ξανά το βήμα τους γίνεται αργό και η ψυχή δεν καλπάζει αλλά σέρνεται γιατί ο κόσμος όλος την πιέζει την πλακώνει και δεν την αφήνει να ζήσει….γιατί απλά έτσι είναι ο κόσμος γιατί απλά έτσι είναι η ζωή…

Και αναρωτιέμαι , θα αλλάξει ποτέ ο κόσμος μας, θα αποκτήσει ξανά η ζωή εκείνες τις αρετές που έχει θυσιάσει χρόνια τώρα στο βωμό της ύλης, της βλακείας και της στενομυαλιάς; Ποιος ξέρει…..

Η μέρα συνεχίζεται, περνάει και εγώ απλός παρατηρητής συνειδητοποιώ πως ακόμα μία μέρα πέρασε, κι ακόμα μία φορά δεν βρήκα τη δύναμη να αλλάξω τον κόσμο. Και η νύχτα τότε πέφτει, με αγκαλιάζει στοργικά σαν μάνα γλυκιά και με παρηγορεί με το όμορφο τραγούδι των ονείρων παιδιών της με παρασύρει στο χορό της και με γεμίζει ξανά ελπίδα, και εγώ προχωράω επιβιώνω και αντέχω ακόμα γιατί μία νέα μέρα έρχεται….ποιος ξέρει…ίσως αύριο όλα είναι καλύτερα.

Κοντεύω να τελειώσω μετά από πέντε χρόνια που το έχω στην κατοχή μου, ένα βιβλίο του Coelho με τίτλο 11 λεπτά. Προσπάθησα πολλές φορές να το διαβάσω όμως πάντα κάτι με εμπόδιζε, κάτι που ακόμα και τόσα χρόνια μετά και ενώ πλέον πλησιάζω στο τέλος του δεν μπορώ να καταλάβω. Πάντα το άρχιζα και το πολύ 20 σελίδες μετά το άφηνα, σαν ένα αόρατο φράγμα να με εμπόδιζε δημιουργώντας μου περίεργα συναισθήματα και σκέψεις που δεν είχα τη δύναμη να κατανοήσω. Τις προάλλες λοιπόν, όταν το χιόνι είχε καλύψει την αυλή μου  και το αυτοκίνητό μου και με είχε εγκλωβίσει μέσα, άρχισα να ψάχνω το ράφι με τα βιβλία μου μήπως και ανακαλύψω τίποτα ενδιαφέρον. Το μάτι μου τότε έπεσε επάνω του, και ένα γέλιο χαράχτηκε στο πρόσωπό μου, -λες είπα από μέσα μου, λες αυτή τη φορά να τα καταφέρω και να το ολοκληρώσω…; Να σπάσω το φράγμα των 20 σελίδων και να το ολοκληρώσω;

Λίγα λεπτά αργότερα καθισμένος δίπλα στο τζάκι άρχισα αχόρταγα να καταβροχθίζω τις σελίδες του, τα μάτια μου έτρεχαν δεξιά αριστερά σαν κυνηγημένα, φοβόμουν μήπως για ακόμα μία φορά δεν μπορέσω να τα καταφέρω. Διάβαζα, προχωρούσα και σαν πέρασα τις πρώτες τριάντα σελίδες τότε κατάλαβα πως ένα λουκέτο είχε πλέον ανοίξει στην καρδιά μου και πλέον ησύχασα. Το φράγμα είχε για τα καλά σπάσει και οι σαν ποτάμια αγριεμένα αλήθειες του συγγραφέα άρχισαν να γεμίζουν το μυαλό μου, σοφά λόγια ενός άνδρα που κατάλαβε τον κόσμο ίσως λίγο καλύτερα από τους υπόλοιπους, που άντεξε και κατάφερε να δει πέρα από την επιφανειακή ανιαρή εικόνα των πραγμάτων. Και η ανάγνωση συνεχιζόταν και η ψυχή μου παραδομένη στο διάβασμα ταξίδευε μακριά πολύ, όχι σε χώρες και μέρη μακρινά αλλά βαθιά μέσα μου. Και τότε η λέξη που κάποτε χρησιμοποίησα για να περιγράψω του κόσμου το απερίγραπτο νόημα, εμφανίστηκε μπροστά μου ως δια μαγείας. Την χρησιμοποιούσε ο συγγραφέας για να εκφράσει τον απόλυτο έρωτα και αυτό με έκανε να αναριγήσω. Τα μάτια μου γέμισαν με δάκρυα και η ψυχή μου έγινε απαλή αγνή, ξανά παιδική, δεν ήμουν μόνος λοιπόν και άλλοι άνθρωποι προσπαθούν να δώσουν ονόματα και χαρακτηρισμούς στο απόλυτο εκείνο συναίσθημα που σε μεταμορφώνει. Παράξενο σκέφτηκα και απορημένος βάλθηκα να ψάχνω μέσα μου πώς στο καλό εκείνη η λέξη καρφώθηκε μέσα μου. Και τότε η αλήθεια σαν από μηχανής Θεός εμφανίστηκε μπροστά μου, και η ψυχή μου άρχισε να μου μιλάει – η φλόγα πάντα σήμαινε για σένα κάτι, σε συντρόφευε κρύους χειμώνες όταν αντί να κάνεις τα μαθήματα μπροστά από το τζάκι σου ταξίδευες και ονειρευόσουν κόσμους αλλιώτικους, κόσμους αληθινούς που ποτέ δεν κατάφερες να δεις γιατί απλά το αληθινό και το απόλυτο που ζητάς είναι μέσα σου και ακόμα ξεροκέφαλε δεν το αφήνεις να σε οδηγήσει. -Η φλόγα ήταν το σύμβολο της ελπίδας όταν ο θάνατος χτύπησε την πόρτα σου και απείλησε ανθρώπους που αγαπάς, ακόμα και τότε σκεφτόσουν το φοίνικα, το πύρινο φλογερό πουλί που πεθαίνει και ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του, όπως ακριβώς και οι ελπίδες και τα όνειρα των ανθρώπων και πίστεψες πως όλα θα πάνε καλά ,,,και όλα πήγαν. Με τη φλόγα παρομοίασες τον έρωτα όταν παιδί ακόμα σου χτύπησε την πόρτα και παίρνοντάς σε από το χέρι σου έδειξε ένα κόσμο σχεδόν τόσο όμορφο όπως εκείνοι που σχεδίαζες στα όνειρά σου. Με φλόγα σφραγίστηκαν τα καλοκαίρια που γεμάτος χαρά ξαναγινόσουν παιδί και έπαιζες και αφηνόσουν να σε παρασύρει το γλυκό ψέμα της πλαστής αφέλειας. -Μία φλόγα σε κατά καίει όταν τα λάθη σου συσσωρεύονται και σε πνίγουν. –Έτσι απλά είναι πάντα εκεί, φίλος και τιμωρός, σύμβολο και αλήθεια σου να σε ζεσταίνει και να σε καίει πάντα εκεί, πιστή σου σύντροφος.

Έμεινα με το στόμα ανοιχτό, πρώτη φορά άκουγα την ψυχή μου να μου μιλάει και προσπάθησα να αρπάξω την ευκαιρία,  να ζητήσω καθοδήγηση , αλήθειες χρόνια κρυφές. Της φώναξα –Ψυχή μου σε παρακαλώ μίλα μου, πες μου για τον κόσμο, γιατί δεν μπορώ να τον καταλάβω ποτέ και ούτε εκείνος εμένα, τι κάνω λάθος; Πες μου σε παρακαλώ για τους ανθρώπους, γιατί κάνουμε ξανά και ξανά τα ίδια λάθη και δεν μαθαίνουμε ποτέ από αυτά; Προσπαθούσα , προσπαθούσα μα απάντηση καμιά, και ξαφνικά την ώρα που είχα χάσει κάθε ελπίδα ότι θα μου ξαναμιλήσει ακούστηκε ξανά,,,, – Όλα αυτά που θέλεις θα τα μάθεις μόνο αν έχεις πίστη, αν συνεχίσεις να ψάχνεις και αν αρχίσεις να αγαπάς λίγο περισσότερο τον εαυτό σου. Τέλειωσε τα λόγια της και πλέον σαν κάτι να με άγγιξε σαν κάτι να με φώτισε, δεν μίλησα, δεν ρώτησα, μόνο έγνεψα καταφατικά στον εαυτό μου και άρχισα να πιστεύω…….Σ’ ευχαριστώ ψυχή μου…

      

Απίστευτα μεγάλο κεφάλαιο οι άνθρωποι,,,,πραγματικά ακόμα και χίλιες ζωές να το έψαχνα δεν ξέρω αν θα έφταναν μόνο και μόνο για να προσεγγίσω το θέμα. Παρά το γεγονός πως πολλοί από εμάς ανήκουμε σε ομάδες, ο κάθε ένας είναι πραγματικά μοναδικός. Άλλες φορές ευχάριστα μοναδικός και άλλες πάλι δυσάρεστα. Πρόσφατα γνώρισα τη δεύτερη μορφή μοναδικότητας και ταυτόχρονα ανακάλυψα ένα κοινωνικό φαινόμενο. Από μικρό παιδί η μάνα μου μου έλεγε ξανά και ξανά πως πρέπει πάντα όταν μου προσφέρουν κάτι να μην ξεχνώ να λέω ευχαριστώ. Μεγαλώνοντας και περνώντας τα χρόνια κατάλαβα πως η λέξη αυτή κρύβει μέσα της μία μαγεία, όταν την ακούς η ψυχή σου κάπως γαληνεύει και ο κόπος που έκανες για να προσφέρεις, να εξυπηρετήσεις ή να χαρίσεις κάτι, εξαφανίζεται στο ειλικρινές άκουσμά της και μία ικανοποίηση ξεχειλίζει από μέσα σου. Τις προάλλες λοιπόν ανακάλυψα τον πρώτο άνθρωπο που θεωρεί το ευχαριστώ προκλητική ,προσβλητική και ίσως πονηρή λέξη. Παράξενοι οι άνθρωποι, με τις ιδιαιτερότητές τους, τα χαρίσματά τους και τα ελαττώματά τους, όμως υπάρχει ένας κώδικας συμπεριφοράς και κάποια επικοινωνιακά πρότυπα που είναι παγκοσμίως αποδεκτά ακόμα και από φυλές θεωρητικά πρωτόγονες, έτσι παντού μία λέξη ή μία κίνηση έκφρασης ευγνωμοσύνης εκτιμάται και είναι με χαρά αποδεκτή σε όλους….εκτός από….τον αγαπητό μου γείτονα.

Ο καλός μου γείτονας λοιπόν με κάλεσε τις προάλλες στο σπίτι του με πρόφαση κάποιο άσχετο λόγο και άρχισε να μου μιλάει με σιγανό αλλά γεμάτο κακία τρόπο πως τον προσέβαλα και δεν έχει πλέον ¨μούτρα¨ να κυκλοφορήσει στη γειτονιά εξαιτίας μου. Εγώ εξεπλάγην τρομερά και νομίζωντας πως μου κάνει πλάκα άρχισα να γελάω. Εκείνος όμως σοβαρός με βλέμμα που εκτόξευε Φούντες και Φώσκολους μαζί, μου λέει με χίλιους τόνους πιό σοβαρό βλέμμα. –Να μην ξαναέρθεις ποτέ στο σπίτι μου σε παρακαλώ, αυτή η λέξη που ξεστόμισες στη νύφη μου ήταν απαράδεκτη,,,,άκου να της πείς ευχαριστώ…..! ! ! ! ! ! ! ! ! ! !    Κόσμε σώσε με, χίλιοι κεραυνοί έπεσαν στο κεφάλι μου εκείνη την ώρα και ένοιωσα σαν τον αστερίξ που μόλις κατέβασε ένα πεντόλιτρο από το μαγικό του ποτό και είναι έτοιμος να αρχίσει να εκτοξεύει ρωμαίους εδώ κι εκεί. –Μα τι λέτε, του λέω με ήρεμο τόνο (να ναι καλά ο υπερβατικός διαλογισμός), μου προσέφερε η νύφη σας φαγητό και εγώ της είπα ευχαριστώ, τι στο καλό θα έπρεπε να πώ; ; ; ; ; ; ; ; ; Εκείνος όμως εκεί, ξεροκέφαλο χωριάτικο και απαίδευτο κεφάλι έλεγε και ξαναέλεγε πως ο κόσμος νομίζει πως επειδή της είπα ευχαριστώ την έχω γκόμενα….!!!!!!!!!!!!!!!!!! Και ξανά το μαγικό αστεριξοποτό που δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή πως το λένε (μενίρ μάλλον), και ξανά η όρεξη να αρχίσω να εκτοξεύω εδώ κι εκεί ρωμαίους …..εεεε τρικαλινούς αμόρφωτους παππούδες μάλλον……αλλά δεν το έκανα, πήρα τη μπερδεμένη μου σκέψη παραμάσχαλα και έφυγα.Το ξέρω πιά πως είμαι γουτευτικός αλλά τόσο πολύ πραγματικά δεν το ήξερα ( χιχιχιχιχιχι) .

Ήξερα πως κάθε προσπάθεια θα πήγαινε χαμένη, ξέρω για εκείνον, ανήκει σε μία ομάδα ανθρώπων που από λόγια δεν πήραν ποτέ στη ζωή τους και πιστέψτε με απέριψα χρόνια πρίν το ρόλο του γκλιτσοφόρου γιδοβοσκού οπότε και έκανα τον ηλίθιο. Δεν θα φτιάξω εγώ τον κόσμο, το έχω χωνέψει αυτό από τα 18 μου που δεν κατάφερα να φτιάξω ούτε κάν τον εαυτό μου. Ντρέπομαι όμως πολύ και λυπάμαι γιατί ακόμα και σε μία φαινομενικά προηγμένη κοινωνικά ήπειρο και σε μία δήθεν δημοκτρατική κοινωνία υπάρχουν ακόμα δυνάστες που κάνουν τη ζωή των παιδιών τους κόλαση. Ντρέπομαι που το σπίτι μου συνορεύει με το δικό σου άξεστε μου γείτονα και ειλικρινά αν είχα την οικονομική δύναμη θα έφευγα άυριο κιόλας από κεί, γιατί και μόνο στη σκέψη πως μπορεί στα ρουθούνια μου να εισέλθει αέρας που μόλις έχει βγεί από τα δικά σου τρομάζω γιατί δεν θέλω τίποτα κοινό μαζί σου. Κόσμε πρόσεχε σε παρακαλώ μην ξαναπείς ποτέ ευχαριστώ,ποτέ ξανα στο γραφείο σε κάποια συνάδελφο, μπορεί να θεωρηθεί σεξουαλική παρενόχληση . Ποτέ ξανά ευχαριστώ όταν για οποιοδήποτε λόγο ευγένειας ή ευγνωμοσύνης πρέπει να το πείς μην το κάνεις, μπορεί να προκληθεί ρόζ σκάνδαλο….έλεος……..έλεος….έλεος….!

Και οι μέρες πέρασαν και οι άλλοτε καλοί μου φίλοι και γείτονες που καμία σχέση δεν έχουν με εκείνο το άτομο, με βλέπουν και ρίχνουν χαμηλά το βλέμμα τους, τους μιλάω και γυρίζουν αλλού το κεφάλι γιατί ο δυνάστης καραδοκεί. Πάντα εκεί κοντά παρακολουθεί και έιναι έτοιμος να εξαπολύσει ποινές, τιμωρίες και συνέπειες στα καυμένα τα παιδιά που το μόνο λάθος τους ήταν η φιλία προς το άτομό μου.Συγνώμη παιδιά ειλικρινά συγνώμη…

Ξεχύθηκε ξανά από μέσα μου της φλόγας το ποτάμι, εκείνο που τόσο με πονά και με λυτρώνει χρόνια.

Δεν ξέρω αν μπορέσω κάποτε να βρω κι εγώ μιαν άκρη, η αν θα μείνω ένα παιδί κρυμμένο στα σεντόνια.

—-

Κοιτάζω γύρω τη ζωή να τρέχει, κυνηγημένη τόσο, άνθρωποι σκοτεινιασμένοι, βιαστικοί, στις ματαιότητας το κυνήγι.

Πονάω σαν συλλογίζομαι πως δεν μπορώ να δώσω, στον κόσμο αυτό που ήθελα και που με καίει τόσο.

—-

Παράξενος ο κόσμος μας οι άνθρωποι μπερδεμένοι, τρέχουν μα δεν φτάνουν πια ποτέ στο μαγικό λυχνάρι.

Μοιάζουν να είναι όλοι τους παράλογα πλανεμένοι, και ο θάνατος παίζει αργά με της ζωής το ζάρι.

—-

Μέσα μου φυτρώνουν όνειρα σαν άνθη μαγεμένα, τον κόσμο θα αλλάξουμε σου είχα πει  μια νύχτα ζαλισμένος

Μα της ζωής μας τα παιχνίδια μοιάζουν να ναι χαμένα, και ο διαιτητής ανησυχώ πως είναι πουλημένος.

—-

Μα έρχεται μια άνοιξη γεμάτη φως και ελπίδα, ο κόσμος όλος θα χαρεί ξανά του ήλιου τα χάδια

Ο εξόριστος θα βρει και πάλι τη κλεμμένη του πατρίδα, και οι ψυχές θα τραγουδούν ξανά γλυκά τα βράδια.

—-

Και όταν τα όνειρα σαν πυρκαγιές ξανά μέσα μας φουντώσουν, και ανάψουν πάλι στην εστία της ψυχής, το πάθος,

Θα μάθουν οι άνθρωποι τι έχαναν για να μπορούν να δώσουν, και όλοι θα ξέρουν πια καλά τι είναι σωστό τι λάθος.

—-

Μα ανησυχώ τόσο πολύ ο κόσμος αν θα αντέξει, αν είναι το πνεύμα ακόμα δυνατό ή αν έχει πνιγεί στην ύλη.

Αν μπορεί η αγάπη απ’ την αρχή την άρπα της να παίξει, και αν μπορούν στον ουρανό να εμφανιστούν ξανά καινούργιοι ήλιοι……